Web Content Viewer

  • Σακχαρώδης διαβήτης και διατροφή: απαντάμε σε βασικά ερωτήματα
Διατροφή
14.11.2022

Σακχαρώδης διαβήτης και διατροφή: απαντάμε σε βασικά ερωτήματα

Γράφει η Ιωάννα Παπαδοπούλου, Διαιτολόγος-Διατροφολόγος, MSc, Επιστημονικός συνεργάτης Nutrimed, σε συνεργασία με την INTERAMERICAN

Όλοι μας έχουμε στον κύκλο μας ένα ή περισσότερα άτομα με διαβήτη- κι αυτό είναι κάπως αναμενόμενο αν σκεφτούμε πως, σύμφωνα με πρόσφατα στοιχεία της ΗΔΙΚΑ, 1.074.411 άνθρωποι στη χώρα μας (δηλαδή το 10% περίπου του πληθυσμού!) έχουν ενταχθεί σε ένα τουλάχιστον θεραπευτικό πρωτόκολλο Σακχαρώδους Διαβήτη (ΣΔ).

Όταν, λοιπόν, κάποιος διαγιγνώσκεται με διαβήτη για πρώτη φορά, μία από τις πρώτες απορίες που του έρχονται στο μυαλό είναι: «Και τώρα τι πρέπει να τρώω;» - μια πραγματικά εύλογη απορία, αφού είναι πλέον ευρέως γνωστό πως η διατροφή παίζει έναν θεμελιώδη ρόλο στη συνολική διαχείριση του ΣΔ. Μάλιστα, σε συνδυασμό με την απώλεια βάρους και την σωματική δραστηριότητα αποτελούν τη βάση όλων των αλγορίθμων τόσο για την πρόληψη, όσο και τη θεραπευτική αντιμετώπισή του.

Αν και είναι σίγουρο πως ένα άρθρο δε γίνεται να καλύψει όλες τις πτυχές της σχέσης μεταξύ του διαβήτη και της διατροφής, στο κείμενο που ακολουθεί μπορείτε να βρείτε χρήσιμες πληροφορίες σχετικά με:

  • τους  βασικούς στόχους της δίαιτας ενός διαβητικού
  • τις συστάσεις ανάλογα με το σωματικό βάρος
  • τον ρόλο των υδατανθράκων
  • τον γλυκαιμικό δείκτη και το γλυκαιμικό φορτίο

5+1 στόχοι της δίαιτας στη θεραπεία του Σακχαρώδους Διαβήτη

Η διατροφική εκπαίδευση και η συμβουλευτική αποτελούν αναπόσπαστο κομμάτι της θεραπείας του ΣΔ και βασικό συστατικό της καλής γλυκαιμικής ρύθμισης, ανεξάρτητα από τη φαρμακευτική αγωγή που επιλέγεται.

Είναι πολύ σημαντικό να τονίσουμε πως δεν υπάρχει ένα ιδανικό διατροφικό πλάνο, το οποίο να ταιριάζει στις ανάγκες όλων των ατόμων με ΣΔ. Γι’ αυτό, λοιπόν, οι διαβητικοί θα πρέπει ιδανικά να παρακολουθούνται από διαιτολόγο, εξειδικευμένο σε θέματα ΣΔ, έτσι ώστε να λαμβάνουν εξατομικευμένες διαιτητικές οδηγίες.

Όσον αφορά τους βασικούς στόχους της δίαιτας στην αντιμετώπιση του ΣΔ, είναι να εξασφαλίσει:

  • τη βέλτιστη επιλογή διατροφικού προτύπου ανάλογα με το ιατρικό ιστορι­κό του ατόμου με ΣΔ και τη συνύπαρξη άλλων παθολογικών καταστάσεων.
  • τη βελτίωση του γλυκαιμικού ελέγχου.
  • την πρόληψη/καθυστέρηση της εμφάνισης επιπλοκών του ΣΔ.
  • την κατάλληλη ενεργειακή πρόσληψη, για την επιτευχθεί και να διατηρηθεί ένα επιθυμητό σωματικό βάρος.
  • τον κατάλληλο αριθμό γευμάτων και την κατανομή τους μέσα στην ημέρα ανά­λογα με τη φαρμακευτική αγωγή.
  • nbsp; τη διατήρηση της απόλαυσης του φαγητού, αποφεύγοντας τους μη τεκμηριωμένους αποκλεισμούς τροφίμων.

Ενεργειακό ισοζύγιο και σωματικό βάρος

“Καλό θα ήταν να χάσεις βάρος”- μια φράση που έχει ακούσει τουλάχιστον μια φορά η πλειοψηφία των ατόμων με διαβήτη. Η σύσταση αυτή, φυσικά, δε γίνεται για λόγους αισθητικής, αλλά για λόγους υγείας.

Σύμφωνα με πρόσφατα δεδομένα από τη μεγάλη Βρετανική μελέτη DIRECT, μια απώλεια βάρους τουλάχιστον 15 κιλών σε υπέρβαρα και παχύσαρκα άτομα μπορεί να οδηγήσει σε υποστροφή του ΣΔτ2 σε ποσοστό 86% των περιπτώσεων.

Κατανοούμε, λοιπόν, ότι είναι πολύ ουσιαστικό τα άτομα με υπερβάλλον σωματικό βάρος (ΔΜΣ>25 Κg/m2 ) να ενημερώνονται για τα οφέλη της απώλειας βάρους και να εκπαιδεύονται σε αλλαγές του τρόπου ζωής τους με στόχο:

  • τον περιορισμό της ενεργειακής πρόσληψης,
  • την αύξηση της ενεργειακής κατανάλωσης και
  • την επίτευξη και διατήρηση απώλειας που αντιστοιχεί σε τουλάχιστον 5% του αρχικού σωματικού τους βάρους.

Όσο για τα υπέρβαρα και παχύσαρκα άτομα που δεν έχουν φτάσει τον στόχο της επιθυμητής απώλειας βάρους, θα πρέπει να ενθαρρύνονται έτσι ώστε να αποφύγουν την περαιτέρω αύξηση βάρους.

Τέλος, για τα άτομα με ΔΜΣ εντός των συνιστώμενων ορίων για τους ενηλίκους (18,5-25 Κg/m2 ), στις περισσότερες περιπτώσεις δεν είναι απαραίτητη η χορήγηση οδηγιών που αφορούν την ενεργειακή πρόσληψη, αλλά μόνο την ποιοτική σύνθεση της δίαιτας, την κατανομή των γευμάτων μέσα στην ημέρα κλπ.

Τι ισχύει για την πρόσληψη υδατανθράκων στους διαβητικούς;

Οι υδατάνθρακες αποτελούν σίγουρα το πιο αμφιλεγόμενο “κεφάλαιο” της διατροφής των ατόμων με ΣΔ, αφού μέσα στα χρόνια οι απόψεις των ειδικών αλλά και οι σχετικές συστάσεις έχουν μεταβληθεί σημαντικά.

Για αρκετές δεκαετίες, οι επίσημες συστάσεις στην πλειοψηφία τους πρότειναν για τα άτομα με διαβήτη η πρόσληψη υδατανθράκων να αντιστοιχεί σε ένα 45-55% της συνολικής ημερήσιας ενεργειακής πρόσληψης. Τα τελευταία χρόνια υπάρχει μια πιο «ελεύθερη» αντίληψη, σύμφωνα με την οποία δεν υπάρχει μία ιδανική σύσταση-ποσοστό και δίνεται μεγαλύτερη έμφαση στην εξατομίκευση. Δεν μπορούμε βέβαια να αγνοήσουμε το γεγονός πως υπάρχει ακόμη μια σαφής τάση περιορισμού των υδατανθράκων στα διαιτολόγια.

Ας μη μιλήσουμε μόνο για την ποσότητα, όμως, αλλά και για την ποιότητα των υδατανθράκων. Για πολλά χρόνια, τρόφιμα της καθημερινής μας διατροφής που αποτελούν φυσικές πηγές υδατανθράκων όπως το ψωμί και τα αμυλούχα τρόφιμα (ρύζι και ζυμαρικά), οι πατάτες, τα φρούτα κ.ά. θεωρούνταν ως «επικίνδυνα» ή «απαγορευμένα» για τα άτομα με διαβήτη. Τα τρόφιμα, όμως, αυτά, πέρα από ενέργεια, προσφέρουν στον οργανισμό μας και την πλούσια θρεπτική τους αξία. Καταλαβαίνουμε, λοιπόν, ότι ο αποκλεισμός τους στερεί από τον οργανισμό άλλα πολύτιμα διατροφικά συστατικά όπως βιταμίνες, ιχνοστοιχεία, αντιοξειδωτικές ουσίες κ.ά.

Για τον λόγο αυτό, οι σύγχρονες συστάσεις τονίζουν πως είναι σημαντικό να μάθουν τα άτομα με διαβήτη ότι τα τρόφιμα που περιέχουν «σύνθετους» υδατάνθρακες και είναι πιο πλούσια σε φυτικές ίνες επιβάλλεται να καταναλώνονται μέσα από το καθημερινό διαιτολόγιο. Οι υδατάνθρακες, λοιπόν, πρέπει να προέρχονται κυρίως από διαιτητικές πηγές πλούσιες σε υδατάνθρακες «βραδείας αποδέσμευσης» (τρόφιμα που διασπώνται αργά και απελευθερώνουν με βραδύτερο ρυθμό τα σάκχαρά τους με αποτέλεσμα να μην «ανεβάζουν» πολύ τα μεταγευματικά επίπεδα της γλυκόζης αίματος ), όπως:

  • τα λαχανικά
  • τα όσπρια
  • τα δημητριακά ολικής αλέσεως
  • τα όχι πολύ ώριμα και χυμώδη φρούτα
  • τα γαλακτοκομικά προϊόντα χαμηλών λιπαρών (1-2%)

Όσον αφορά τη ζάχαρη (σακχαρόζη) και τα άλλα σάκχαρα (απλοί υδατάνθρακες), είναι χρήσιμο να κρατήσουμε τα παρακάτω:

  • Στη δίαιτα των ατόμων με ΣΔ μπορεί να συμπεριληφθεί μέτρια ποσότητα σακχάρων, συνυπολογιζόμενης όμως και της ποσότητας που περιέχεται σε όλα τα τρόφιμα της ημερήσιας διατροφής (και υπό την προϋπόθεση να έχουν καλή γλυκαιμική ρύθμιση).
  • Τα άτομα με ΣΔ χρειάζεται να περιορίζουν την κατα­νάλωση τροφίμων με πρόσθετη ζάχαρη, τα οποία πιθανόν να εκτοπίζουν πιο ισορροπημένες διατροφικές επιλογές. Όσο για τα ροφήματα και τα αναψυκτικά με πρόσθετη ζάχαρη και φρουκτόζη (σιρόπι καλαμποκιού), καλό θα ήταν να αποφεύγονται με στόχο τον καλύτερο έλεγχο του σωματικού τους βάρους και τη μείωση του κινδύνου εμφάνισης καρδιαγγειακών νοσημάτων.
  • Για να συνεχίσουν να απολαμβάνουν τη γλυκιά γεύση χωρίς τύψεις και αρνητικές επιπτώσεις στις τιμές γλυκόζης αίματος, τα άτομα με ΣΔ μπορούν να εντάξουν με μέτρο στο διαιτολόγιό τους τρόφιμα/ροφήματα με ολιγοθερμιδικά υποκατάστατα (γλυκαντικά), όπως η στέβια ή η ασπαρτάμη.

Γλυκαιμικός δείκτης και γλυκαιμικό φορτίο: πού χρησιμεύουν;

Ίσως να μην είναι η πρώτη φορά που βλέπετε αυτούς τους δύο όρους. Ωστόσο, επειδή έχουν αρκετά μεγάλη σημασία για τη δίαιτα των διαβητικών ατόμων και συχνά δημιουργείται μια σύγχυση γύρω από αυτούς, παρακάτω θα βρείτε κάποιες βασικές πληροφορίες που είναι καλό να κρατήσετε.

Η μεταγευματική υπεργλυκαιμία (η αύξηση της γλυκόζης στο αίμα μετά από ένα γεύμα δηλαδή) που παρατηρείται μετά από την κατανάλωση διαφόρων τροφίμων που περιέχουν υδατάνθρακες δεν είναι ίδια, ακόμα και όταν προσλαμβάνονται ακριβώς οι ίδιες ποσότητες υδατανθράκων. Στην πραγματικότητα, λοιπόν, υπάρχουν τρόφιμα που δίνουν πολύ υψηλές μεταγευματικές τιμές γλυκόζης και τα οποία πρέπει να καταναλώνονται με προσοχή και άλλα που δίνουν χαμηλές τιμές και τα οποία πρέπει να κυριαρχούν στο διαιτολόγιο των διαβητικών (και όχι μόνο), προκειμένου να εξασφαλίσουμε καλύτερο έλεγχο του σωματικού βάρους αλλά και καλύτερη ρύθμιση των τιμών γλυκόζης στο αίμα.

Ο γλυκαιμικός δείκτης (ΓΔ), λοιπόν,  είναι ένας δείκτης που βοηθά στην κατάταξη των τροφίμων ανάλογα με την επίδραση που έχουν στη γλυκόζη του αίματος μετά την κατανάλωσή τους. Πιο συγκεκριμένα, μας δείχνει πόσο αυξάνουν τα επίπεδα της γλυκόζης του αίματος 2 ώρες μετά την κατανάλωση ενός τροφίμου που περιέχει 50 γραμμάρια υδατανθράκων σε σύγκριση με ένα τρόφιμο αναφοράς (γλυκόζη ή λευκό ψωμί).

Μπορεί η έννοια του ΓΔ να φαίνεται αρχικά δύσκολη σε αρκετά άτομα με ΣΔ, όμως αν εκπαιδευτούν κατάλληλα στο να αναγνωρίζουν και να δίνουν έμφαση στο διαιτολόγιό τους κυρίως σε τρόφιμα με χαμηλό γλυκαιμικό δείκτη, μπορούν:

  • να κάνουν πιο υγιεινές επιλογές
  • να επιτύχουν μικρότερη μεταγευματική υπεργλυκαιμία και
  • nbsp; να έχουν, επομένως, μια καλύτερη μέση τιμή σακχάρου αίματος.

Είναι σημαντικό να ξεκαθαρίσουμε στο μυαλό μας πως ο ΓΔ σχετίζεται με την ποιότητα και όχι με την ποσότητα των υδατανθράκων. Παραμένει, δηλαδή, ίδιος είτε μιλάμε για 10 γραμμάρια τροφίμου είτε για 500. Για τον λόγο αυτόν προτάθηκε η έννοια του Γλυκαιμικού Φορτίου (ΓΦ), που σχετίζεται με την ποσότητα των υδατανθράκων που καταναλώνει τελικά το άτομο. Υπολογίζεται με την εξίσωση:

ΓΦ = ΓΔ/100 × γραμμάρια υδατανθράκων τροφίμου

Το γλυκαιμικό φορτίο, λοιπόν, δημιουργήθηκε για να μας υπενθυμίζει πως ακόμα και όταν ένα τρόφιμο-πηγή υδατανθράκων έχει χαμηλό ΓΔ, δε σημαίνει πως ένας διαβητικός μπορεί να το καταναλώσει σε πολύ μεγάλες ποσότητες, καθώς το μεταγευματικό σάκχαρο θα ανέβει αναπόφευκτα σε υψηλά επίπεδα λόγω του υψηλού γλυκαιμικού φορτίου.

Για να αποφύγουμε τυχόν παρεξηγήσεις, αξίζει να αναφέρουμε πως το γεγονός ότι ένα τρόφιμο έχει χαμηλό ΓΦ δε σημαίνει απαραίτητα ότι είναι υγιεινό ή ότι είναι πλούσιο σε θρεπτικά συστατικά. Το παγωτό, για παράδειγμα, έχει σχετικά χαμηλό ΓΔ. Γι’ αυτό είναι σημαντικό τα άτομα με διαβήτη να εκπαιδευτούν συνολικά πάνω στην υγιεινή και ισορροπημένη διατροφή και όχι μόνο πάνω στους υδατάνθρακες ή στον γλυκαιμικό δείκτη.

Κλείνοντας, αυτό που αξίζει να κρατήσουμε είναι πως κάθε άτομο με διαβήτη είναι διαφορετικό και έχει τις δικές του ανάγκες. Γι’ αυτό, λοιπόν, είναι απαραίτητη η επικοινωνία, η σωστή συνεργασία και η εκπαίδευση των ασθενών με στόχο να αποκτήσουν ισορροπημένες συνήθειες που θα τους βοηθήσουν στη βελτίωση τόσο της υγείας τους όσο και της ποιότητας ζωής τους.

Διαβάστε περισσότερα άρθρα διατροφής, σε συνεργασία με τη Nutrimed, εδώ.


Web Content Viewer