Web Content Viewer

Web Content Viewer

  • Όλα τα επίκαιρα επιστημονικά ευρήματα για τον COVID-19
Υγεία
19.05.2020

Όλα τα επίκαιρα επιστημονικά ευρήματα για τον COVID-19

Η νόσος Coronavirus 2019 (COVID-19) είναι ένα λοιμώδες νόσημα που προκαλείται από τον κορωνοϊό σοβαρού οξέος αναπνευστικού συνδρόμου (SARS-CoV-2). Ανιχνεύτηκε για πρώτη φορά στις 29 Δεκεμβρίου 2019, σε ένα νοσοκομείο στην Wuhan, την πρωτεύουσα της επαρχίας Hubei της Κίνας, και έκτοτε εξαπλώθηκε παγκοσμίως. Στις 30 Ιανουαρίου 2020, ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας (ΠΟΥ) χαρακτήρισε την έξαρση των κρουσμάτων από SARS-CoV-2 ως Έκτακτη Ανάγκη Δημόσιας Υγείας Διεθνούς Ενδιαφέροντος (Public Health E>mergency of International Concern) με το προσωρινό όνομα, "νέος κορωνοϊός 2019" (2019-novelCoV). Ακολούθως, στις 11 Μαρτίου 2020 τη χαρακτήρισε ως πανδημία, αφού η νόσος είχε ήδη διασπαρεί στις περισσότερες χώρες και των έξι περιφερειών του ΠΟΥ. Στις 11 Φεβρουαρίου 2020, η Διεθνής Επιτροπή Ταξινόμησης των Ιών (ICTV) ενέκρινε την επίσημη ονομασία του νέου ιού "κορωνοϊός σοβαρού οξέος αναπνευστικού συνδρόμου 2" (SARS-CoV-2) και ο ΠΟΥ όρισε για την ασθένεια την ονομασία «νόσος κορωνοϊού 2019»/Coronavirus Disease 2019 (COVID-19).

Μαζί με τον προηγούμενο «κορωνοϊό του σοβαρού οξέος αναπνευστικού συνδρόμου» Severe Acute Respiratory Syndrom (SARS-CoV) και τον κορωνοϊό που προκαλεί το «αναπνευστικό σύνδρομο της Μέσης Ανατολής» [Middle East Respiratory Syndrome–coronavirus (MERS-CoV)], ο SARS-CoV-2 είναι ο τρίτος κορωνοϊός που προκαλεί σοβαρή νόσο του αναπνευστικού στον άνθρωπο.

Μέχρι σήμερα, μέσα σε 5 περίπου μήνες, η πανδημία έχει δραματικές οικονομικές και υγειονομικές επιπτώσεις παγκοσμίως.

Επιδημιολογία της νόσου

Έως τις 5 Μαΐου 2020, περισσότερα από 3,78 εκατομμύρια περιπτώσεις έχουν αναφερθεί σε 187 χώρες και εδάφη, και έχουν σημειωθεί περισσότεροι από 264.600 θάνατοι, ενώ πάνω από 1,2 εκατομμύρια άνθρωποι έχουν αναρρώσει.

Με βάση τα στατιστικά στοιχεία του Πανεπιστημίου Johns Hopkins, η θνητότητα, (δηλαδή αναλογία θανόντων προς νοσούντες) στις 7 Μαΐου 2020 ήταν 7,0% (264.189 / 3.772.367). Ο αριθμός αυτός ποικίλλει ανά περιοχή. Στην Ιταλία κατέξηξε το 11,03% των κρουσμάτων. Στην Ισπανία το 8,38%, στη Βρετανία και τη Γαλλία περίπου το 6%, στην Κίνα περίπου το 4%, στις ΗΠΑ το 1,77% και στη Γερμανία το ποσοστό είναι κάτω από 1%. Η θνητότητα επομένως διαφέρει από χώρα σε χώρα. Η διαφορά αυτή οφείλεται σε διάφορους παράγοντες, όπως η καταγραφή των θανάτων, τα δημογραφικά χαρακτηριστικά της κάθε χώρας κ.ά. Ανάλογες είναι και οι διαφορές στον αριθμό των κρουσμάτων που καταγράφονται στις χώρες (επιπολασμός της νόσου). Ενδεχομένως αυτές οι διαφορές να οφείλονται στον διαφορετικό ρυθμό με τον οποίο πραγματοποιούνται τα διαγνωστικά τεστ στην κάθε χώρα. Ο αντίκτυπος της πανδημίας και του ποσοστού θνητότητας είναι, επίσης, διαφορετικός για τους άνδρες και τις γυναίκες. Στην Κίνα, το ποσοστό θανάτου ήταν 2,8% για τους άνδρες, με τον υψηλότερο κίνδυνο να εμφανίζεται στα 50, και 1,7% για τις γυναίκες.

Στις ΗΠΑ, μεγαλύτερο ποσοστό θανάτων λόγω COVID-19 παρατηρείται σε Αφροαμερικανούς. Σημαντικό ρόλο φαίνεται να έχουν κοινωνικοοικονομικοί παράγοντες. Ωστόσο, και η έλλειψη ασφάλισης υγείας και φροντίδας υποκείμενων παθήσεων, όπως διαβήτης, υπέρταση και καρδιακές παθήσεις, φαίνεται να αυξάνουν τον κίνδυνο θανάτου.

Αίτιο– Μεταλλάξεις

Λοιμώξεις από κορωνοϊούς έχουν εμφανιστεί ως επιδημικές και πανδημικές απειλές τις τελευταίες δύο δεκαετίες. Οι κορωνοϊοί (Coronaviridae) είναι μια οικογένεια ιών με μονόκλωνο ριβονουκλεϊνικό οξύ (RNA). Το όνομα Coronavirus προέρχεται από τη λατινική λέξη corona, που σημαίνει «στέμμα» ή «φωτοστέφανο», λόγω της χαρακτηριστικής εμφάνισής τους στο μικροσκόπιο. Από την ανακάλυψή τους, έχουν εντοπιστεί επτά ανθρώπινα παθογόνα στελέχη.

Όπως οι περισσότεροι RNA ιοί, έτσι και ο κορωνοϊός που προκαλεί την COVID-19, εμφανίζει έντονη μεταβλητότητα στο γενετικό του υλικό και τάση για δημιουργία μεταλλάξεων. Αυτό προκαλεί μεταβολές στα επιφανειακά του αντιγόνα που έχει μάθει να αναγνωρίζει το ανοσοποιητικό μας σύστημα. Δηλαδή, τα αντισώματα που ήδη κυκλοφορούν και παράγονται για να καταπολεμήσουν τον ιό δεν μπορούν πλέον να τον αναγνωρίσουν και να τον εξουδετερώσουν. Μάλιστα, μελέτη που πραγματοποιήθηκε στο Πανεπιστήμιο UCL του Λονδίνου εντόπισε 198 επαναλαμβανόμενες μεταλλάξεις στον ιό. Κάτι τέτοιο ωστόσο δεν υποδηλώνει απαραιτήτως ότι οι μεταλλάξεις είναι κακές, ούτε ότι ο SARS-CoV-2 μεταλλάσσεται ταχύτερα ή πιο αργά από το αναμενόμενο σε σχέση με άλλους ιούς. Ο φόβος των επιστημόνων εστιάζεται επομένως όχι στον αριθμό των μεταλλάξεων, άλλα στην πιθανότητα κάποια από αυτές τις μεταλλάξεις να είναι πιο μεταδοτική ή θανατηφόρα.

Πρόσφατη μελέτη από το Πανεπιστήμιο του Cambridge του Ηνωμένου Βασιλείου επιβεβαίωσε ότι ο ιός έχει μεταλλαχθεί σε τρία διαφορετικά στελέχη, Τύπου Α, Β και Γ. Ειδικότερα, σύμφωνα με τη μελέτη, η εμφάνιση του τύπου Α ήταν πιο συχνή στις ΗΠΑ και την Αυστραλία. Ο τύπος Β έχει εντοπισθεί κυρίως στην Κίνα και ο τύπος Γ στην Ευρώπη. Υπάρχουν έρευνες σε εξέλιξη προκειμένου να διαπιστωθεί εάν η διαφορετική μολυσματικότητα και τοξικές συνέπειες του ιού οφείλονται στη διαφορετική επικράτηση ενός ή άλλου στελέχους στις διάφορες γεωγραφικές περιοχές.

Τα παραπάνω ενδεχομένως έχουν επίπτωση επίσης στη δημιουργία ενός αποτελεσματικού εμβολίου, που ίσως να χρειάζεται συχνή ανανέωση (όπως π.χ. με το εμβόλιο της γρίπης που ανανεώνεται κάθε χρόνο), ώστε να περιέχει πρωτεΐνες από νεότερα στελέχη του ιού.

Μετάδοση

Η COVID-19 είναι μια νέα ασθένεια που εξαπλώνεται μεταξύ ανθρώπων κατά τη στενή επαφή, συχνά από μικρά σταγονίδια που παράγονται κατά τον βήχα, το φτέρνισμα ή την ομιλία.

Μετά την πτώση τους στο δάπεδο ή τις επιφάνειες, τα σταγονίδια εξακολουθούν να μολύνουν άλλους ανθρώπους, εάν αυτοί αγγίζουν τις μολυσμένες επιφάνειες και στη συνέχεια τα μάτια, τη μύτη ή το στόμα τους με άπλυτα χέρια. Στις επιφάνειες η ποσότητα του ενεργού ιού μειώνεται με την πάροδο του χρόνου. Ωστόσο, πειραματικά έχει φανεί ότι, ο ιός μπορεί να επιβιώσει σε διάφορες επιφάνειες για κάποιο χρονικό διάστημα (για παράδειγμα χαλκός ή χαρτόνι για μερικές ώρες και πλαστικό ή χάλυβα για λίγες ημέρες).

Τα πτύελα και το σάλιο φέρουν μεγάλες ποσότητες ιών. Ο ιός είναι πιο μεταδοτικός κατά τις πρώτες τρεις ημέρες μετά την έναρξη των συμπτωμάτων, ωστόσο μεταδίδεται έως και δύο ημέρες πριν εμφανιστούν τα συμπτώματα (προ-συμπτωματική μετάδοση), αλλά και σε μεταγενέστερα στάδια της νόσου.

Όσον αφορά τις έγκυες γυναίκες, μια μελέτη παρατήρησης από την Κίνα, έδειξε ότι δεν μεταδίδουν τον ιό στα νεογνά.

Διάγνωση

Η διάγνωση γίνεται με βάση την κλινική συμπτωματολογία και ειδικά τεστ.

Η τυπική συμπτωματολογία της νόσου περιλαμβάνει: πυρετό (83-99%), βήχα (59-82%), απώλεια όρεξης (40-84%), κόπωση (44-70%), παραγωγικό βήχα (28-33%), μυαλγείες-αρθραλγείες (11-35%). Σε μικρότερα ποσοστά καταγράφηκαν ναυτία, έμετος και διάρροια, ενώ έχουν παρατηρηθεί και συπτώματα όπως ανοσμία και αγευσία.

Ο ΠΟΥ έχει δημοσιεύσει αρκετά πρωτόκολλα ελέγχου για την ασθένεια. Ο έλεγχος γίνεται με τη χρήση της μοριακής μεθόδου RT-PCR, συνήθως σε υλικό από ρινοφαρυγγικό επίχρισμα. Ωστόσο, μπορεί επίσης να χρησιμοποιηθεί δείγμα ρινικού επιχρίσματος ή πτυέλων. Τα αποτελέσματα είναι γενικά διαθέσιμα μέσα σε λίγες ώρες έως δύο ημέρες.

Τα ταχεία τεστ αντιγόνου /Rapid Antigen Tests (RAT), σε δείγμα αίματος, μας δίνουν μέσα σε 15 λεπτά ποιοτικά αποτελέσματα, αλλά υπολείπονται σε ευαισθησία σε σχέση με τις υπόλοιπες μεθόδους ανίχνευσης. Η κινεζική εμπειρία έδειξε ότι η ακρίβειά τους είναι μόνο 60 έως 70%.

Στα τέλη του 2019, ο ΠΟΥ στο Σύστημα Κατάταξης Νοσημάτων ICD-10 όρισε τον κωδικό U07.1 για θανάτους από επιβεβαιωμένη εργαστηριακά λοίμωξη SARS-CoV-2 και U07.2 για θανάτους από κλινικά ή επιδημιολογικά διαγνωσμένη COVID‑19 χωρίς εργαστηριακή επιβεβαίωση.

Πρόγνωση – Εξέλιξη της νόσου – Σχέση με προϋπάρχουσες παθήσεις

Η σοβαρότητα της COVID-19 ποικίλλει. Η ασθένεια μπορεί να ακολουθήσει ήπια πορεία με λίγα ή καθόλου συμπτώματα, που μοιάζουν με άλλες κοινές ασθένειες του ανώτερου αναπνευστικού, όπως το κοινό κρυολόγημα. Τα ήπια περιστατικά συνήθως αναρρώνουν εντός δύο εβδομάδων, ενώ εκείνα με σοβαρή ή κρίσιμη νόσηση μπορεί να χρειαστούν τρεις έως έξι εβδομάδες για να ανακάμψουν. Μεταξύ αυτών που έχουν πεθάνει, ο χρόνος από την έναρξη των συμπτωμάτων έως το θάνατο κυμαινόταν από δύο έως οκτώ εβδομάδες.

Τα παιδιά αποτελούν ένα μικρό ποσοστό των περιπτώσεων CONID-19, με περίπου το 1% των περιπτώσεων να είναι κάτω των 10 ετών και το 4% μεταξύ 10-19 ετών. Φαίνεται ότι έχουν πιο ήπια συμπτώματα και μικρότερη πιθανότητα σοβαρής νόσου από τους ενήλικες.

Σε άτομα ηλικίας κάτω των 50 ετών, ο κίνδυνος θανάτου είναι μικρότερος από 0,5%, ενώ σε άτομα άνω των 70 ετών υπερβαίνει το 8%. Οι περισσότεροι από αυτούς που πεθαίνουν από COVID‑19 έχουν υποκείμενα νοσήματα, όπως υπέρταση, σακχαρώδη διαβήτη και καρδιαγγειακές παθήσεις. Σύμφωνα με στοιχεία του Μαρτίου από τις Ηνωμένες Πολιτείες, το 89% αυτών που νοσηλεύτηκαν είχαν προϋπάρχουσες νοσηρότητες. Η διαθεσιμότητα ιατρικών πόρων και η κοινωνικοοικονομική κατάσταση μπορεί επίσης να επηρεάσουν τη θνητότητα.

Οι καπνιστές είχαν 1,4 φορές περισσότερες πιθανότητες να εμφανίσουν σοβαρά συμπτώματα COVID-19 και περίπου 2,4 φορές μεγαλύτερη πιθανότητα να χρειαστούν εντατική θεραπεία ή να πεθάνουν σε σύγκριση με τους μη καπνιστές.

Αν και τα δεδομένα αλλάζουν ταχύτατα, μέχρι και 20% των περιπτώσεων COVID-19 θα εμφανίσουν σοβαρά συμπτώματα που εκδηλώνονται με πυρετό και πνευμονία, που οδηγεί σε σύνδρομο οξείας αναπνευστικής δυσχέρειας (ARDS).

Αντιμετώπιση

I. Προληπτική αντιμετώπιση

Το Αμερικανικό Κέντρο Ελέγχου και Πρόληψης Νοσημάτων(CDC) συνιστά ως προληπτικά μέτρα για τη μείωση των πιθανών λοίμωξεων την παραμονή στο σπίτι τα εξής:
  • αποφυγή πολυσύχναστων χώρων,
  • διατήρηση αποστάσεων από τους άλλους,
  • πλύσιμο των χεριών με σαπούνι και νερό συχνά και για τουλάχιστον 20 δευτερόλεπτα ή/και χρήση αντισηπτικού, αν τα χέρια δεν είναι εμφανώς λερωμένα,
  • εξασφάλιση καλής αναπνευστικής υγιεινής, δηλαδή κάλυψη του στόματος και της μύτης με χαρτί κατά το βήχα ή το φτέρνισμα, καθώς και χρήση του εσωτερικού του αγκώνα εάν δεν υπάρχει διαθέσιμο χαρτί. Ενθαρρύνεται η σωστή υγιεινή των χεριών μετά από βήχα ή φτέρνισμα και η αποφυγή αγγίγματος των ματιών, της μύτης ή του στόματος με άπλυτα χέρια.

Σύμφωνα με το Ευρωπαϊκό Κέντρο Ελέγχου και Πρόληψης Νοσημάτων (ECDC), η χρήση μάσκας προσώπου μπορεί να χρησιμεύσει για τη μείωση της εξάπλωσης της λοίμωξης, περιορίζοντας την έκκριση αναπνευστικών σταγονιδίων από άτομα που έχουν μολυνθεί από τον ιό. Επομένως, η χρήση μάσκας από το εκάστοτε άτομο γίνεται για να μειώσει τις πιθανότητες να μολύνει τους γύρω του αλλά και για να προστατευτεί και το ίδιο ως ένα βαθμό, από τη μετάδοση του ιού. Ως εκ τούτου, σε περιόδους έξαρσης της νόσου, με την προϋπόθεση ότι η μάσκα χρησιμοποιείται σωστά, και πάντα σε συνδυασμό με τους κανόνες ατομικής υγιεινής συνιστάται να γίνεται χρήση της και κατά την επίσκεψη σε κλειστούς, πολυσύχναστους ή/και συνωστισμένους χώρους.

Οι κατευθυντήριες γραμμές των Εθνικών Ινστιτούτων Υγείας των ΗΠΑ δεν προτείνουν φάρμακα για την πρόληψη του COVID‑19, πριν ή μετά την έκθεση στον ιό SARS-CoV-2.

Καθώς το εμβόλιο δεν αναμένεται πριν το 2021, βασικό κομάτι διαχείρισης της επιδημίας αποτελούν οι προσπάθειες μέσω λήψης μέτρων με στόχο την καθυστέρηση της επιδημίας, γνωστή ως «ισοπέδωση της καμπύλης». Αυτό επιτυγχάνεται με την επιβράδυνση του ποσοστού μόλυνσης ώστε να μειωθεί ο κίνδυνος να εξαντληθούν οι υπηρεσίες υγείας. Με αυτόν τον τρόπο θα επιτραπεί καλύτερη θεραπεία στα περιστατικά που εμφανίζουν τον ιό αλλά και καθυστέρηση νέων περιστατικών έως ότου γίνουν διαθέσιμες αποτελεσματικές θεραπείες ή ένα εμβόλιο. Στην παρούσα φάση, δοκιμάζονται από διάφορους φορείς στις ΗΠΑ, την Κίνα, τη Γερμανία, το Ηνωμένο Βασίλειο κ.ά. σειρά διαφορετικών τεχνολογιών για την ανάπτυξη εμβολίων έναντι του κορωνοϊoύ που προκαλεί τη νόσο COVID-19.

II. Θεραπευτική αντιμετώπιση

Σημαντικός αριθμός κλινικών μελετών διερευνά διάφορες θεραπευτικές στρατηγικές για την αντιμετώπιση της COVID-19. Αναλυτικότερα, περισσότερα από 150 διαφορετικά φάρμακα ερευνώνται σε όλο τον κόσμο, ενώ ο ΠΟΥ έχει καταγράψει 536 κλινικές μελέτες για την ανάπτυξη θεραπειών κατά της λοίμωξης από τον COVID-19. Oι προσπάθειες των ερευνητών επικεντρώνονται γύρω από 3 βασικές κατηγορίες φαρμάκων:
  • Αντιιικά φάρμακα που επηρεάζουν άμεσα την ικανότητα του κορωνοϊού να αναπτύσσεται μέσα στο σώμα.
  • Φάρμακα που μπορούν να καταστείλουν τη λειτουργία του ανοσοποιητικού συστήματος. Αυτά απευθύνονται κυρίως σε ασθενείς που αρρωσταίνουν σοβαρά λόγο υπερβολικής αντίδρασης του ανοσοποιητικού τους συστήματος, η οποία προκαλεί παράπλευρες βλάβες στο σώμα.
  • Αντισώματα, τα οποία μπορούν να προσβάλουν τον ιό και προέρχονται είτε από το αίμα ανθρώπων που έχουν νοσήσει και ξεπεράσει τον ιό, είτε έχουν φτιαχτεί στο εργαστήριο.

Κατευθυντήριες οδηγίες ανακοινώθηκαν προσφάτως από το Εθνικό Ινστιτούτο Υγείας των ΗΠΑ (23/04/2020) για τη θεραπεία ασθενών που νοσούν με COVID-19. Οι οδηγίες έχουν δημοσιευτεί στο διαδίκτυο (covid19treatmentguidelines.nih.gov) και θα ενημερώνονται περιοδικά με τα νεότερα δεδομένα όπως αυτά προκύπτουν από την επιστημονική βιβλιογραφία.

Όσο οι προσπάθειες της επιστημονικής κοινότητας επικεντρώνονται γύρω από την ανακάλυψη περισσότερων πληροφοριών για τον νέο κορωνοϊό και την ανεύρεση του κατάλληλου εμβολίου και φαρμάκου, μένει να δούμε πως θα εξελιχθεί αυτή η πανδημία. Συγχρόνως, η πρόσβαση όλων μας στα νέα εμβόλια και θεραπείες που θα αναπτυχθούν, θα αποτελέσει ένα μεγάλο στοίχημα για τη δημοκρατία και την ισότητα των λαών και των ανθρώπων.

H ανάπτυξη του παρόντος κειμένου πραγματοποιήθηκε υπό την εποπτεία της Δρ. Αθηνάς Λινού, Καθηγήτρια Ιατρικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών και Πρόεδρο του Ινστιτούτου Προληπτικής, Περιβαλλοντικής και Εργασιακής Ιατρικής, Prolepsis, σε συνεργασία με την Δρ. Αναστασία Πανταζοπούλου - Φωτεινέα, Ιατρό Δημόσιας Υγείας – Ιατρό Εργασίας, τέως Γενική Διευθύντρια Δημόσιας Υγείας Υπουργείου Υγείας και την επιστημονική ομάδα του Ινστιτούτου Prolepsis.

Για τη δημιουργία του παρόντος αξιοποιήθηκαν περισσότερες από 45 επιστημονικές πηγές, οι σημαντικότερες εκ των οποίων είναι οι εξής:

Web Content Viewer