Web Content Viewer

Web Content Viewer

  • Εμβολιασμός κατά της COVID-19 στην περίοδο της εγκυμοσύνης και της γαλουχίας: τα νεότερα δεδομένα.
Υγεία
23.07.2021

Εμβολιασμός κατά της COVID-19 στην περίοδο της εγκυμοσύνης και της γαλουχίας: τα νεότερα δεδομένα.

Την ανάπτυξη του παρόντος κειμένου ανέλαβε η ομάδα Ιατρών του Ινστιτούτου Prolepsis, Ελένη Παπαδημητρίου, Αναστασία Πανταζοπούλου, και τα μέλη της Επιστημονικής Ομάδας του Ινστιτούτου, Ντίνα Ζώτα, Ψυχολόγος-Ειδικός Προαγωγής Υγείας και Αφροδίτη Βελουδάκη, Ειδικός σε θέματα Επικοινωνίας της Υγείας, υπό την εποπτεία της Δρ. Αθηνάς Λινού, Καθηγήτρια Επιδημιολογίας και Πρόεδρος του Ινστιτούτου Prolepsis.

Για τη δημιουργία του παρόντος αξιοποιήθηκαν 23 δημοσιευμένες επιστημονικές μελέτες.

Η πανδημία της νόσου 19 που προκλήθηκε από τον νέο κορωνοϊό (SARS-CoV-2) είναι μια τρέχουσα πανδημία, τόσο στην Ευρώπη όσο και σε παγκόσμιο επίπεδο. Σημαντική εξέλιξη ως προς την αντιμετώπισή της ωστόσο αποτελούν τα εμβόλια που βρίσκονται πλέον στη διάθεσή μας. Με τους εμβολιασμούς οι οποίοι έχουν ξεκινήσει ήδη από τα τέλη του 2020, έχουν ενισχυθεί σημαντικά οι ελπίδες για αντιμετώπιση της κατάστασης και επιστροφή στην κανονικότητα.

Όπως είναι αναμενόμενο, το θέμα αναφορικά με τον εμβολιασμό κατά της COVID-19 των εγκύων και των θηλαζουσών γυναικών έχει απασχολήσει ιδιαίτερα τόσο την ιατρική κοινότητα και τη διεθνή βιβλιογραφία όσο και τις ίδιες τις γυναίκες που βρίσκονται σε κατάσταση εγκυμοσύνης ή /και γαλουχίας.

Οι περίοδοι της κύησης και της γαλουχίας στη ζωή μίας γυναίκας είναι ιδιαίτερα σημαντικές και ευαίσθητες, καθώς οι οργανικές και ανοσολογικές αλλαγές που συμβαίνουν, επηρεάζουν τόσο την ίδια όσο και το έμβρυο – βρέφος. Το ίδιο ισχύει και για τις όποιες ιατρικές αποφάσεις λαμβάνονται που αφορούν στην έγκυο ή τη θηλάζουσα μητέρα.

Όπως είναι γνωστό, η COVID-19 είναι δυνητικά επικίνδυνη για όλους, αλλά μελέτες δείχνουν ότι οι εγκυμονούσες με συμπωματική νόσο COVID-19 διατρέχουν αυξημένο κίνδυνο να νοσήσουν σοβαρά. Σοβαρή νόσηση σημαίνει ότι έχουν περισσότερες πιθανότητες να νοσηλευθούν ή/και να εισαχθούν στη ΜΕΘ ή να χρειαστούν αναπνευστήρα σε σχέση με τις μη εγκυμονούσες. Για τους λόγους αυτούς, η επιστημονική κοινότητα εστιάζει το ενδιαφέρον της στην πολύ έγκαιρη διάγνωση της νόσου κατά τη σημαντική αυτή περίοδο της ζωής της γυναίκας (Rasmussen et al., 2020).

Εμβολιασμός κατά της COVID-19 στην περίοδο της κύησης

Αρχικά, αξίζει να αναφερθεί, ότι παραδοσιακά οι υπηρεσίες δημόσιας υγείας καθυστερούν να χορηγήσουν εμβόλια κατά την εγκυμοσύνη και τον θηλασμό. Το γεγονός αυτό οφείλεται στους πιθανούς κινδύνους και στις αυστηρές προφυλάξεις ασφαλείας που απαιτούνται για την αξιολόγηση ενός εμβολίου σε αυτές τις ομάδες. Συνήθως οι δοκιμές των εμβολίων στις οποίες συμμετέχουν έγκυες γυναίκες αρχίζουν μόνο αφότου το εκάστοτε εμβόλιο εγκριθεί για χρήση στον γενικό πληθυσμό.

Και στην περίπτωση της COVID-19 λοιπόν, ο εμβολιασμός κατά την κύηση απαιτεί ιδιαίτερη προσοχή, και για τον λόγο αυτό οι έγκυες είχαν αποκλειστεί από τις αρχικές κλινικές δοκιμές του εμβολίου (Dashraath et al., 2020). Βέβαια, καθώς η έρευνα συνεχίζεται σχετικά με την ασφάλεια και την αποτελεσματικότητα των εμβολίων, ο εμβολιασμός κερδίζει σημαντικό έδαφος. Μάλιστα, μόλις πολύ πρόσφατα φαίνεται ότι μπορεί πλέον να δοθεί μία γενικευμένη, καθολική οδηγία που να αφορά στον εμβολιασμό των εγκύων, καθώς νέα επιστημονικά δεδομένα έρχονται για να καλύψουν το κενό αυτό (Chervenak et al., 2021). Πιο συγκεκριμένα, λοιπόν, τα mRNA εμβόλια (Pfizer-BioNTech and Moderna), δεν φαίνεται να ενέχουν κάποιο κίνδυνο για την έγκυο και το έμβρυο (Joint committee on Vaccination and Immunisation, Advice on Priority Groups for COVID-19 Vaccination. 2020). Άλλωστε τα mRNA εμβόλια έχουν πολύ μικρό χρόνο ζωής (αδρανοποιείται πολύ γρήγορα, σαφώς σε λιγότερο από ένα 24ωρο). Tο Αμερικανικό Κέντρο Ελέγχου και Πρόληψης Νοσημάτων (CDC), το Αμερικανικό Κολλέγιο Μαιευτήρων και Γυναικολόγων [American College of Obstetricians and Gynecologists (ACOG)], και η Society for Maternal-Fetal Medicine (SMFM) καταλήγουν ότι οι έγκυες θα πρέπει να επιλέγουν να εμβολιαστούν (Rasmussen et al., 2021). Επιπλέον, υπάρχει γενική συμφωνία ότι ο κίνδυνος για το έμβρυο εάν εμβολιαστεί μία έγκυος είναι πολύ μικρότερος κατά τη διάρκεια του 3ου τριμήνου.

Καθώς οι μελέτες επεκτείνονται και διευρύνονται, φαίνεται ότι η ανοσία σε έγκυες, αλλά και θηλάζουσες που προκύπτει μετά τον εμβολιασμό είναι συγκρίσιμη με εκείνη των γυναικών του γενικού πληθυσμού. Επιπλέον, ο αριθμός των αντισωμάτων είναι υψηλότερος στις έγκυες γυναίκες που έχουν εμβολιαστεί, σε σχέση με εκείνες που έχουν νοσήσει. Επίσης, τα αντισώματα που παράχθηκαν μετά τον εμβολιασμό ήταν παρόντα στον ομφάλιο λώρο, αλλά και στο μητρικό γάλα (Gray et al., 2021).

Στο σημείο αυτό, θα πρέπει να σημειωθεί ότι η τελική απόφαση λαμβάνεται από την έγκυο, αφού ενημερωθεί πλήρως και ορθά από τον/τη γυναικολόγο της (Rasmussen & Denise, 2021). Τα θέματα που θα πρέπει να συζητηθούν αφορούν στα αποτελέσματα των κλινικών δοκιμών, στις ανεπιθύμητες αντιδράσεις του εμβολίου (π.χ. πυρετός), στο τρίμηνο της κύησης όπου βρίσκεται η γυναίκα, στη δυνατότητα μείωσης της έκθεσης στον SARS-CoV-2 (π.χ. εργασία από το σπίτι για τις έγκυες), στον κίνδυνο επιπλοκών εξαιτίας της ίδιας της κύησης, στην ηλικία της γυναίκας καθώς και σε πιθανά συνοδά νοσήματα (Rasmussen et al., 2020). Ενώ οι μελέτες που αφορούν στον εμβολιασμό έναντι της COVID-19 κατά την εγκυμοσύνη συνεχίζονται, θα πρέπει να έχουμε υπόψη για τη συγκεκριμένη νόσο τα εξής: τα εμβόλια δεν είναι παγκοσμίως διαθέσιμα για όλους, η ολοκλήρωση των εμβολιασμών στην χώρα μας σε ικανό αριθμό που θα προσφέρει σε όλους και στις εγκύους το αναγκαίο τείχος προστασίας δεν έχει ακόμη επιτευχθεί, ενώ επίσης δεν υπάρχει ακόμη ειδική θεραπεία. Συνεπώς, τα μέτρα πρόληψης και ατομικής προστασίας θα πρέπει να συνεχίσουν να τηρούνται αυστηρά και μεταξύ των εγκύων (Pountoukidou et al., 2021).

Εμβολιασμός κατά της COVID-19 στην περίοδο του θηλασμού

Όπως και η κύηση, έτσι και η περίοδος του θηλασμού αποτελεί μία σημαντική και ιδιαίτερη περίοδο στη ζωή της γυναίκας και του μωρού της. Έτσι λοιπόν, και για αυτό το χρονικό διάστημα, υπάρχουν αντίστοιχοι προβληματισμοί σχετικά με τον εμβολιασμό έναντι της COVID-19. Εδώ, θα προσπαθήσουμε να παραθέσουμε τα μέχρι σήμερα διαθέσιμα επιστημονικά δεδομένα και τις υπάρχουσες οδηγίες χωρών και επιστημονικών εταιριών.

Στο Ηνωμένο Βασίλειο, κατά την έναρξη του εμβολιασμού, οι θηλάζουσες είχαν να επιλέξουν μεταξύ της συνέχισης του θηλασμού ή και της αναβολής του εμβολιασμού τους (Public Health England 2020). Από την άλλη πλευρά, η UK Joint Committee on Vaccination and Immunization (JCVI) αυτήν τη στιγμή συστήνει ότι - παρόλο που δεν υπάρχουν επαρκή δεδομένα σχετικά με την ασφάλεια των συγκεκριμένων εμβολίων κατά την περίοδο του θηλασμού - δεν έχει καταγραφεί κάποιος κίνδυνος από τη χορήγησή τους σε θηλάζουσες. Έτσι λοιπόν, στις θηλάζουσες φυσικά και θα πρέπει να δίνεται η δυνατότητα του εμβολιασμού, εάν βέβαια δεν υπάρχει κάποια άλλη αντένδειξη (Medicines & Health Care Products Regulatory Agency, 2020; Royal College of Obstetricians & Gynaecologists (RCOG) 2020). Αυτά τα δεδομένα αφορούν ιδιαίτερα τα εγκεκριμένα m-RNA εμβόλια.

Ο Οργανισμός Τροφίμων και Φαρμάκων (FDA) των ΗΠΑ (2019 και 2020), καθώς και το CDC (2020), δεν εστιάζουν στην ύπαρξη αντένδειξης εμβολιασμού στις θηλάζουσες, αλλά στο γεγονός ότι φαίνεται να μην υπάρχουν δεδομένα που να εκτιμούν την πιθανή αρνητική επίδραση του εμβολίου Pfizer-BioNTech COVID-19 στο θηλάζον βρέφος, αλλά και στην παραγωγή / έκκριση γάλακτος. Επίσης, υιοθετείται η σύσταση του εμβολιασμού των θηλαζόντων γυναικών και από την US Society for Maternal-Fetal Medicine (SMFM, 2020). Επιπλέον, το Αμερικανικό Κολλέγιο Μαιευτήρων και Γυναικολόγων συστήνει τον εμβολιασμό έναντι της COVID-19 από τις θηλάζουσες, χωρίς να χρειάζεται η διακοπή του θηλασμού. Η Academy of Breastfeeding Medicine (ABM) υπογραμμίζει ότι είναι αδύνατο ένα από τα συστατικά του εμβολίου να φτάσει μέσω της μητρικής κυκλοφορίας στο μαζικό αδένα (μαστό), πόσο μάλλον ένα νανοσωματίδιο ή τμήμα ιικού m-RNA να περάσει στο μητρικό γάλα. Στην περίπτωση βέβαια που το m-RNA του ιού εντοπιστεί στο μητρικό γάλα, θα καταναλωθεί και θα απορροφηθεί από το βρέφος, χωρίς κάποια βιολογική επίδραση σε αυτό. Επιπλέον, η Academy of Breastfeeding Medicine (ABM) αναφέρει ότι ο εμβολιασμός των θηλαζουσών θα επιτρέψει τη μεταφορά από τη μητέρα στο βρέφος ειδικών IgA αντισωμάτων έναντι του SARSCoV-2 εντός 5-7 ημερών (Marco Cavaleri, 2020).

Στην Ευρωπαϊκή Ένωση, τον Δεκέμβριο του 2020 η Committee for Medicinal Products for Use in Humans (CHMP) of the European Medicines Agency (EMA) τοποθετήθηκε με μία θετική εισήγηση αναφορικά με την ασφάλεια και την αποτελεσματικότητα των m-RNA εμβολίων έναντι της COVID-19, στα άτομα ηλικίας 16 ετών και άνω. Το συγκεκριμένο εμβόλιο μπορεί να χορηγηθεί σε άτομα με προηγούμενη πιθανή λοίμωξη με τον ιό, καθώς και σε ανοσοκατεσταλμένους ασθενείς. Επιπλέον, δεν φαίνεται να υπάρχει κάποιος συγκεκριμένος κίνδυνος για τη μητέρα που θηλάζει, καθώς και το βρέφος της.

Σχετικά με το ερώτημα που τίθεται αναφορικά με την έκκριση αντισωμάτων έναντι του ιού στο μητρικό γάλα εμβολιασμένων γυναικών και εάν αυτά μπορούν να δράσουν προστατευτικά στο θηλάζον βρέφος, φαίνεται ότι η απάντηση στη διεθνή επιστημονική βιβλιογραφία είναι θετική και αφορά στον εμβολιασμό με το εμβόλιο Pfizer BioNTech (Gray et al., 2021; Pace et al., 2021; Perl et al., 2021). Απαιτείται όμως περισσότερη έρευνα για να προσδιοριστεί επακριβώς η προστασία που αυτά τα αντισώματα παρέχουν στο βρέφος (CDC, 2021).

Εν κατακλείδι, έχοντας υπόψη τα νεότερα δεδομένα των μελετών, φαίνεται ότι είναι ασφαλής ο εμβολιασμός για τις έγκυες και θηλάζουσες μητέρες με m-RNA εμβόλια. Θα πρέπει να αναφερθεί στο σημείο αυτό ότι σύμφωνα με τις πρόσφατες αποφάσεις όλων των ευρωπαϊκών χώρων, το εμβόλιο της Astra Zeneca δεν συνιστάται σε άτομα κάτω των 60 ετών, δεδομένου του ότι είναι αυξημένος ο κίνδυνος θρόμβωσης στις νεότερες γυναίκες (ηλικία όπου προφανώς περιλαμβάνονται και οι εγκύες και θηλάζουσες). Επιπλέον, το Αμερικανικό Κέντρο Ελέγχου και Πρόληψης Νοσημάτων (CDC) συστήνει στις εγκύες, θηλάζουσες αλλά και όλες τις γυναίκες κάτω των 50 ετών να επιλέγουν ένα από τα δυο mRNA εμβόλια και όχι το Johnson & Johnson (σημειώνεται ότι το Astra Zeneca δεν κυκλοφορεί στην Αμερική).

Οι γυναίκες που βρίσκονται σε αυτή τη φάση της ζωής τους θα πρέπει να λάβουν την απόφασή τους σχετικά με τον εμβολιασμό αφού μιλήσουν με τον/την γιατρό τους και ενημερωθούν πιο συγκεκριμένα για την περίπτωσή τους. Θέματα που θα πρέπει να συζητηθούν με τον ειδικό που τις παρακολουθεί είναι η εξάπλωση του ιού στην κοινότητα, καθώς και η πιθανή αποτελεσματικότητα του εμβολίου και οι τυχόν κίνδυνοι, ειδικά εάν σε μία γυναίκα συντρέχουν παράγοντες κινδύνου για σοβαρές επιπλοκές από την COVID-19. Επίσης ο γιατρός θα πρέπει να παρέχει απαντήσεις σε τυχόν πρόσθετες ερωτήσεις, αλλά και να υπενθυμίσει τους λοιπούς βασικούς τρόπους προστασίας για τη μητέρα και το μωρό, όπως για παράδειγμα τη χρήση μάσκας, το συχνό πλύσιμο των χεριών, τη χρήση απολυμαντικού και την κοινωνική και φυσική απόσταση.

Web Content Viewer